Η δύσπνοια είναι το αίσθημα ότι η αναπνοή δεν γίνεται φυσιολογικά, ότι «δεν φτάνει ο αέρας» ή ότι χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια για να αναπνεύσει κάποιος. Άλλοι ασθενείς την περιγράφουν ως βάρος στο στήθος, αίσθημα πνιγμού, δυσκολία να πάρουν βαθιά ανάσα ή έντονη κόπωση ακόμη και σε μικρή δραστηριότητα. Μπορεί να εμφανιστεί μόνο στην άσκηση, στο γρήγορο περπάτημα ή στο ανέβασμα σκάλας, αλλά σε πιο σοβαρές περιπτώσεις παρουσιάζεται ακόμη και στην ηρεμία ή κατά τη διάρκεια του ύπνου.
Η δύσπνοια δεν είναι νόσος από μόνη της αλλά ένα σημαντικό σύμπτωμα, το οποίο μπορεί να σχετίζεται με παθήσεις του αναπνευστικού, της καρδιάς, του αίματος, του νευρικού συστήματος ή ακόμη και με μεταβολικές και ψυχολογικές διαταραχές. Για τον λόγο αυτό απαιτεί πάντα σωστή ιατρική διερεύνηση και δεν πρέπει να θεωρείται «φυσιολογική» επειδή κάποιος μεγαλώνει ή επειδή καπνίζει.
Από το αναπνευστικό σύστημα, πολύ συχνές αιτίες είναι το βρογχικό άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), όπου προκαλείται στένωση και φλεγμονή των αεραγωγών. Επίσης, δύσπνοια προκαλούν οι λοιμώξεις του αναπνευστικού, όπως η πνευμονία και η βρογχίτιδα, επειδή επηρεάζεται η ανταλλαγή οξυγόνου στους πνεύμονες. Σημαντικές αιτίες είναι ακόμη η πνευμονική ίνωση, όπου ο πνευμονικός ιστός γίνεται «σκληρός», ο πνευμοθώρακας, δηλαδή η παρουσία αέρα έξω από τον πνεύμονα, καθώς και η πλευριτική συλλογή, όπου συγκεντρώνεται υγρό γύρω από τον πνεύμονα και δυσκολεύει την αναπνοή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πνευμονική εμβολή, μια κατάσταση στην οποία θρόμβος αίματος φράζει αγγεία του πνεύμονα. Η δύσπνοια σε αυτήν την περίπτωση εμφανίζεται συχνά ξαφνικά και μπορεί να συνοδεύεται από πόνο στο στήθος, ταχυκαρδία ή πτώση του οξυγόνου. Πρόκειται για δυνητικά απειλητική κατάσταση που απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση.
Η δύσπνοια όμως δεν σχετίζεται μόνο με τους πνεύμονες. Καρδιολογικές παθήσεις, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, οι αρρυθμίες ή η στεφανιαία νόσος, μπορούν επίσης να προκαλέσουν σημαντική δυσκολία στην αναπνοή, επειδή η καρδιά δεν μπορεί να προωθήσει αποτελεσματικά το αίμα και το οξυγόνο στους ιστούς. Ακόμη, η αναιμία μειώνει τη μεταφορά οξυγόνου στο σώμα, ενώ η παχυσαρκία αυξάνει σημαντικά το έργο της αναπνοής. Παθήσεις του θυρεοειδούς, νευρομυϊκά νοσήματα και η σοβαρή φυσική αποδυνάμωση μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε δύσπνοια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το άγχος και οι κρίσεις πανικού προκαλούν έντονο αίσθημα δύσπνοιας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το σύμπτωμα δεν είναι πραγματικό για τον ασθενή.
Η επικινδυνότητα της δύσπνοιας εξαρτάται από την αιτία, την ένταση και τον τρόπο εμφάνισής της. Ξαφνική ή ταχέως επιδεινούμενη δύσπνοια, χαμηλό οξυγόνο, κυάνωση στα χείλη, πόνος στο στήθος, σύγχυση, λιποθυμική τάση ή αιμόπτυση αποτελούν επείγοντα συμπτώματα και χρειάζονται άμεση εκτίμηση.
Η αξιολόγηση από πνευμονολόγο είναι απαραίτητη, γιατί μόνο μέσω ολοκληρωμένης κλινικής εξέτασης μπορεί να βρεθεί η πραγματική αιτία. Ο ειδικός πνευμονολόγος θα λάβει λεπτομερές ιστορικό, θα πραγματοποιήσει ακρόαση των πνευμόνων και θα ζητήσει εξειδικευμένες εξετάσεις όπως οξυμετρία, σπιρομέτρηση, μέτρηση διάχυσης πνευμόνων, ακτινογραφία ή αξονική τομογραφία θώρακος, εξετάσεις αίματος ή ακόμη και βρογχοσκόπηση όταν χρειάζεται. Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αποτρέψει σοβαρές επιπλοκές, να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής και σε αρκετές περιπτώσεις να αποδειχθεί σωτήρια για τον ασθενή.


